Από μικρός ξεκίνησα τη σινεφιλική μου διαδρομή με σκοπό να μπω όσο το δυνατό πιο βαθιά στον κόσμο του σινεμά ως θεατής. Και συνεχίζω μέχρι σήμερα την έρευνα και την αναζήτηση ως αφοσιωμένος σινεφίλ. Μια αναζήτηση που δεν τελειώνει ποτέ.

Έκανα μικρού μήκους, δούλεψα δίπλα στον Παντελή Βούλγαρη και τον Γιώργο Καρυπίδη, όμως μόνο όταν μου δόθηκε η ευκαιρία να γίνω μέλος της ομάδας του Παρασκηνίου, της μυθικής σειράς ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ, το 2000, μόνο τότε, είδα και τη σημασία της άλλης πλευράς, πέρα από τη μυθοπλασία.

Μέχρι και σήμερα οι περισσότεροι με γνωρίζουν ως σκηνοθέτη που κάνει ντοκιμαντέρ. Είναι φυσικό.

Έχοντας, όμως, πραγματοποιήσει, μέχρι τώρα, περίπου 400 ντοκιμαντέρ, μπόρεσα να αντιληφθώ ότι οι διαφορές και οι ομοιότητες μεταξύ των δύο ειδών μπορεί να είναι μεγάλες αλλά ταυτόχρονα και σχεδόν ανύπαρκτες.

Πολλές φορές χρειάστηκε, κάνοντας ντοκιμαντέρ, χωρίς να αλλοιώσω ή να νοθεύσω την πραγματικότητα, να υιοθετήσω μηχανισμούς μυθοπλασίας, καθώς τα πρόσωπα, τα σύνολα, ακόμα και ο ίδιος ο δημόσιος χώρος, αρκετές φορές λειτουργούν ως ηθοποιοί, επιχειρώντας να δώσουν τη δική τους, αρκετά υποκειμενική, στα όρια μιας μυθοπλασίας δηλαδή, αλήθεια.

Και τότε εφαρμόζεις πρακτικές, ενδεχομένως ψυχολογικούς ελιγμούς, για να εντοπίσεις την πραγματικότητα.

Αντίστοιχα, στη μυθοπλασία, έρχεται η στιγμή που, πέρα από την προετοιμασία, την πρόβα και ό,τι άλλο έχεις ετοιμάσει από κοινού με ηθοποιούς και συνεργάτες, οφείλεις να αρπάξεις την αλήθεια ως παράγωγο της πραγματικότητας. Του τυχαίου δηλαδή. Της στιγμής. Του αυτοσχεδιασμού που οδηγήθηκε κάπου αλλού, αναπάντεχα. Ή του απρόβλεπτου. Το αναπάντεχο, είναι και στο ντοκιμαντέρ και στη μυθοπλασία, το ζητούμενο.

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες σχέσεις μεταξύ μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ ή πραγματικότητας, προκύπτει από τον Λουκίνο Βισκόντι και τον αριστουργηματικό του Γατόπαρδο, το 1963. Ο αμερικάνος εκπρόσωπος της εταιρίας που είχε αναλάβει την εκτός Ευρώπης διανομή της ταινίας ώστε να καταστεί εφικτή η πραγματοποίησή της, λόγω του τεράστιου προϋπολογισμού της, ρώτησε τον Βισκόντι γιατί είναι αναγκαίο να τοποθετούν οι βοηθοί σκηνογράφοι μέσα στους μπουφέδες και στα συρτάρια αυθεντικά ασημένια, χρυσά και κάθε είδους πανάκριβα και σπάνια αντικείμενα της εποχής, τα οποία δεν θα φανερωθούν ποτέ στον θεατή. Ο μεγάλος δημιουργός συγκράτησε τον οξύθυμο χαρακτήρα του και απάντησε ότι αν κάποιος – ένας ηθοποιός, ένας τεχνικός ή ακόμα κι εκείνος ο ίδιος που του έθετε το ερώτημα - άνοιγε ένα συρτάρι και έβλεπε μία απομίμηση, όλα θα χάνονταν. Όλα θα ήταν χωρίς νόημα.

Σκέπτομαι ότι αν δεν είχα ασχοληθεί τόσο βαθιά με το ντοκιμαντέρ, οι μυθοπλασίες μου θα ήταν πιο φτωχές. Το ντοκιμαντέρ σε ενδυναμώνει ώστε να βρίσκεις τη λύση επί τόπου.

Ουσιαστικά, θεωρώ ότι είμαι ένας πορτρετίστας. Είτε μέσα από το ντοκιμαντέρ είτε από τη μυθοπλασία, στοχεύω πάντα στον άνθρωπο. Όχι σε ζητήματα ιδεολογικά, ακτιβιστικά, θεωρητικά, ιστορικά ή συνδεόμενα με την επικαιρότητα. Φτιάχνω ταινίες για την πραγματικότητα του ανθρώπου. Κάνοντας ντοκιμαντέρ από το 2000 και μυθοπλασία από το 1996, έχω πια αντιληφθεί ότι η πραγματικότητα, με την έννοια της αυθεντικότητας, βρίσκεται και στα δύο είδη, παρά τις επιμέρους διαφορές στη διαδικασία.

Λατρεύω το ντοκιμαντέρ, που είναι σαν δεύτερη φύση για μένα. Η ιδιότητά μου ως άτυπος Φύλακας της μνήμης, κάτι για το οποίο απέκτησα συνείδηση από πού μικρή ηλικία, βρήκε τη απόλυτη έκφρασή της στην ενασχόλησή μου με το ντοκιμαντέρ. Είναι ο φυσικός μου χώρος και κάπως έτσι κατάφερα να εμβαθύνω - έχοντας ως βασικό εφόδιο την εμπειρία μου στο Παρασκήνιο -, στα τρία είδη που αποτελούν το βασικό πεδίο αναφοράς μου: Το πολιτιστικό, το ιστορικό και το αθλητικό ντοκιμαντέρ.

Παρόλα αυτά όμως, πάντα θεωρούσα και εξακολουθώ να θεωρώ ότι η μυθοπλασία είναι η περιοχή στην οποία είμαι περισσότερο δημιουργικός. Ίσως επειδή στο ντοκιμαντέρ υπάρχουν κάποια όρια που συνδέονται με την ύπαρξη πραγματικών ανθρώπων, όχι γραμμένων στο χαρτί, με τις πραγματικές ζωές τους, και τα ευαίσθητα δεδομένα τους, που δεν μπορείς να αγνοήσεις όταν στοχεύεις στην αλήθεια. Συνεπώς, η μυθοπλασία παρέχει μεγαλύτερο πεδίο ελευθερίας.

Θα συνεχίσω, όσο είμαι υγιής, το ντοκιμαντέρ που αγαπώ τόσο πολύ, όμως τώρα που έχω ολοκληρώσει την τρίτη μεγάλου μήκους μυθοπλασία μου, την Μάχη, ετοιμάζομαι με λαχτάρα για την επόμενη. Με τίτλο Ραφαέλα. Το σενάριο είναι ήδη έτοιμο, ενώ το μυαλό μου ήδη ταξιδεύει σε αυτή που θα ήθελα να ακολουθήσει και την οποία δουλεύω συστηματικά από χρόνια. Την ταινία την οποία αν πραγματοποιήσω, θα είναι εντελώς διαφορετική από ό,τι άλλο έχω κάνει και ίσως είναι η καλύτερη.

Είναι αυτό ακριβώς που ανέφερα λίγο παραπάνω, η λαχτάρα, αυτή που με κινητοποιεί προς τη μυθοπλασία περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.

Και τώρα, με τα χρόνια να φεύγουν, θέλω να σεβαστώ αυτή τη λαχτάρα που νιώθω, την οποία είχα αφήσει στην άκρη επί χρόνια, λόγω βιοπορισμού, χρεών από τις ανεξάρτητες ταινίες μυθοπλασίας που κάνω και όσες άλλες δυσκολίες έχουν βρεθεί μπροστά μου.

Εάν, προτού σταματήσω ή φύγω από τη ζωή, είμαι σε θέση να έχω ολοκληρώσει, στο επίπεδο που επιθυμώ, πέντε ή έξι ταινίες μυθοπλασίας, συνολικά, θα είμαι ένας ευτυχής και ολοκληρωμένος άνθρωπος.



 

 

 

×
×